1. Κρίσεις Πανικού & αντιμετώπιση

Ένα άτομο που βιώνει ένα επεισόδιο πανικού μπορεί να εκδηλώσει κάποια από τα παρακάτω σωματικά και ψυχολογικά συμπτώματα: αίσθημα παλμών (ταχυκαρδία), εφίδρωση, δύσπνοια, αίσθημα πλακώματος στο στήθος, σφίξιμο στο στήθος, μουδιάσματα ή μυρμηγκιάσματα στα άκρα (κυρίως στο αριστερό χέρι), αίσθημα ζάλης, αστάθειας ή λιποθυμίας, γαστρική δυσφορία, απότομα κύματα ζέστης ή ρίγους, αίσθηση μη πραγματικότητας και αποξένωσης από τον εαυτό, φόβο είτε απώλειας ελέγχου, είτε τρέλας ή ακόμα και θανάτου.
Τα επεισόδια πανικού συμβαίνουν γιατί κάποιες αρχικές σωματικές αισθήσεις που προκαλούνται από διαφορετικές καταστάσεις που εμπεριέχουν έντονα συναισθήματα (λ.χ. απώλεια, διαπροσωπικές συγκρούσεις) ή από κάποια σχετικά αθώα γεγονότα (λ.χ. δημόσια ομιλία), εκλαμβάνονται ως πολύ περισσότερο επικίνδυνες από ότι πραγματικά είναι και ερμηνεύονται επίσης ως ενδεικτικές μιας άμεσα επερχόμενης καταστροφής (λ.χ. θα τρελαθώ, θα πάθω έμφραγμα). Με λίγα λόγια, η καταστροφική αξιολόγηση αυτών των σωματικών αισθήσεων παράγει μια άμεση αγχώδη απάντηση με πρόσθετα και περισσότερο έντονα συμπτώματα η οποία πολύ γρήγορα κορυφώνεται σε ένα επεισόδιο πανικού.
Αρχικά, αντί να προσπαθείς να ελέγξεις και να καταπνίξεις τις σωματικές αισθήσεις που εκλαμβάνεις ως δυνητικά επικίνδυνες, προσπάθησε να τις παρατηρήσεις χωρίς να εστιάζεις υπερβολικά την προσοχή σου σε αυτές και να σκεφτείς ότι το σώμα σου αντιδρά έτσι όχι επειδή τρελαίνεσαι ή παθαίνεις έμφραγμα, αλλά επειδή αγχώνεσαι. Το άγχος μπορεί να γίνει πολύ πιο έντονο αν σκεφτείς ότι απειλεί με κάποιον τρόπο την ζωή σου. Εκείνη τη στιγμή, οι σωματικές ενοχλήσεις θα ενταθούν και θα σκεφτείς ότι επιβεβαιώνεσαι και τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα για σένα. Για να αποφύγεις αυτή την παρερμηνεία, έχε στο μυαλό σου ότι το άγχος είναι ένας φυσιολογικός μηχανισμός του σώματος που ενεργοποιείται όταν νιώθεις απειλή. Μπορεί σε ένα επεισόδιο πανικού να μην έρχεσαι αντιμέτωπος/η με μια πραγματική εξωτερική απειλή, αλλά με μια εσωτερική. Έτσι λοιπόν, θα σε βοηθούσε να ρωτήσεις τον εαυτό σου και, αν θέλεις, ακόμα και να καταγράψεις τις απαντήσεις σου στις ακόλουθες ερωτήσεις: 1. Πριν ξεκινήσω να παρατηρώ κάποιες ανησυχητικές σωματικές αισθήσεις, τι έκανα, που βρισκόμουν, με ποιον ήμουν; 2. Τι σκέψεις/εικόνες/σκηνές/συναισθήματα είχα εκείνη την στιγμή; 3. Έχω σκεφτεί/νιώσει κατά παρόμοιο τρόπο κάποια άλλη στιγμή στο παρελθόν; 4. Τι συμπέρασμα βγαίνει με αφορμή την ομοιότητα των καταστάσεων ή των εσωτερικών διεργασιών (σκέψεων/συναισθημάτων/εικόνων) που συνήθως προηγούνται των επεισοδίων πανικού που βιώνω;
Στην περίπτωση που βρεθούμε μαζί με έναν δικό μας άνθρωπο την στιγμή που βιώνει ένα επεισόδιο πανικού, είναι καλό να αποφύγουμε δηλώσεις όπως: «δεν έχεις τίποτα», «είναι όλα στο μυαλό σου», «ηρέμησε», «μην αγχώνεσαι» κτλ. Αντ’ αυτών, μπορούμε να τον ρωτήσουμε «Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για σένα αυτή την στιγμή;» «Τι θα ήθελες να κάνουμε μαζί για να νιώσεις καλύτερα;» Τις περισσότερες φορές, μια σταθερή και ψύχραιμη παρουσία είναι το μόνο που χρειάζεται ο δικός μας άνθρωπος για να νιώσει καλύτερα. Μπορούμε να του υπενθυμίσουμε ότι έχει περάσει και άλλες τέτοιες δύσκολες στιγμές στο παρελθόν και ότι έχει καταφέρει να τις ξεπεράσει. Το να μείνουμε μαζί του και να τον βοηθήσουμε να εστιάσει στο να εισπνέει και να εκπνέει κανονικά λέγοντάς του ότι αυτό που βιώνει μπορεί να τον τρομάζει, αλλά δεν είναι απειλητικό για την ζωή του και ότι θα περάσει σύντομα, μπορεί να βοηθήσει σημαντικά

2. Ποια η διαφορά ψυχανάλυσης και ψυχοθεραπείας;

Η ψυχανάλυση είναι η πρώτη συστηματοποιημένη και ευρέως διαδεδομένη μέθοδος ψυχοθεραπείας η οποία βασίζεται στις θεωρίες του διάσημου και γνωστού σε όλους ψυχιάτρου-νευρολόγου Sigmund Freud. Η ψυχοθεραπεία είναι ένας ευρύς κλάδος που περιλαμβάνει όχι μόνο την ψυχανάλυση, αλλά και άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις όπως είναι η Γνωστική-Συμπεριφορική Θεραπεία (ΓΣΘ), η Συστημική-Οικογενειακή Θεραπεία και η Θεραπεία Gestalt. Λανθασμένα, πολλές φορές ταυτίζεται η ψυχοθεραπεία με την ψυχανάλυση, ίσως γιατί η πρώτη θεμελιώθηκε πάνω στους βασικούς πυλώνες της δεύτερης. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, θεμελιωτές των μεταγενέστερων μεγάλων ψυχοθεραπευτικών σχολών, ξεκίνησαν την εκπαίδευσή τους ως ψυχαναλυτές!
Αρχικά, η πιο σημαντική διαφορά υπάρχει ανάμεσα στον ψυχολόγο και τον ψυχίατρο. Παρόλο που και οι δύο ασχολούνται με την παρατήρηση του τρόπου που οι εσωτερικές νοητικές διεργασίες (σκέψεις, συναισθήματα, παρορμήσεις) επηρεάζουν την συμπεριφορά του ανθρώπου, οι παρεμβάσεις του πρώτου περιορίζονται μόνο στην άσκηση της ψυχοθεραπείας και την ψυχομετρική αξιολόγηση για διαγνωστικούς σκοπούς, ενώ ο δεύτερος, ως γιατρός, έχει τη δυνατότητα χορήγησης φαρμακευτικής αγωγής, στις περιπτώσεις που κρίνεται απαραίτητο. Δεν είναι όλοι οι ψυχολόγοι και οι ψυχίατροι ψυχοθεραπευτές, αλλά μετά από κατάλληλη εκπαίδευση μπορούν να προσθέσουν αυτή την ιδιότητα στον επαγγελματικό τους τίτλο. Στην Ελλάδα, η ιδιότητα του ψυχοθεραπευτή χρησιμοποιείται τις περισσότερες φορές καταχρηστικά, όχι μόνο από ψυχολόγος ή/και ψυχιάτρους, αλλά και από άλλους επαγγελματίες ψυχικής υγείας όπως είναι οι σύμβουλοι, οι κοινωνικοί λειτουργοί και οι life coaches. Συνεπώς, πριν επιλέξουμε έναν ειδικό, είναι σημαντικό να κοιτάμε το βιογραφικό του και τις συστάσεις.
Υπάρχουν μορφές ψυχοθεραπείας που εστιάζουν περισσότερο στο παρόν, άλλες στο παρελθόν και κάποιες άλλες που ξεκινούν από το «εδώ και τώρα» με σκοπό την αναγωγή σε κάποια τραυματικά γεγονότα της παιδικής ηλικίας. Δεν υπάρχει κάποια μεμονωμένη μορφή ψυχοθεραπείας που να λειτουργεί ως «πανάκεια» για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος. Αν θα μπορούσαμε να διαλέξουμε τρεις παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η μορφή της ψυχοθεραπείας που μας ταιριάζει καλύτερα, αυτοί θα ήταν: α) ιδιοσυγκρασία – ιδιαίτερα «αμυντικοί» και «κλειστοί» άνθρωποι δουλεύουν καλύτερα με κάποιες νέο-ψυχοδυναμικές μορφές ψυχοθεραπείας, όπως είναι η Βραχεία Εντατική Δυναμική Ψυχοθεραπεία (ΒΕΔΨ), β) προηγούμενη εμπειρία ψυχοθεραπείας – αν είχαμε δοκιμάσει στο παρελθόν μια γνωστική θεραπεία, θα μπορούσαμε τώρα να επιλέξουμε μια με πιο ψυχοδυναμική κατεύθυνση για να εμβαθύνουμε περισσότερο στα ζητήματα μας, γ) η φύση του προβλήματος ή των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε – σε καταστάσεις επαναλαμβανόμενων επεισοδίων πανικού όπου μας ενδιαφέρει η άμεση εξάλειψη του συμπτώματος για να είμαστε ξανά λειτουργικοί στην καθημερινότητά μας (π.χ. εργασία), η Γνωστική-Συμπεριφορική Θεραπεία (ΓΣΘ) παρέχει ένα σύνολο από παρεμβάσεις πρώτης γραμμής.

3. Πώς ξεκινά και πώς συνεχίζεται η θεραπεία;

Παραδοσιακά, στις περισσότερες μορφές θεραπείας, η πρώτη συνεδρία είναι αφιερωμένη στη λήψη του ιστορικού σας. Για να κατανοηθεί καλύτερα το ζήτημα που σας απασχολεί, θα χρειαστεί να συλλεχθούν κάποιες πληροφορίες αναφορικά με το πότε ξεκίνησε να σας απασχολεί, για πόσο διάστημα σας απασχολεί και κάτω από ποιες συνθήκες σας απασχολεί το εν λόγω ζήτημα ή ζητήματα. Σε κάποιες θεραπευτικές προσεγγίσεις που είναι εστιασμένες στη βίωση των συναισθημάτων, όπως είναι η Βραχεία Εντατική Δυναμική Ψυχοθεραπεία (ΒΕΔΨ), η πρώτη συνεδρία διαρκεί από 1.5 έως 2 ώρες και ονομάζεται «δοκιμαστική θεραπεία». Είναι μαζί θεραπευτική και διαγνωστική και έχει μια δυναμική οργάνωση που οδηγεί στην εξακρίβωση της αντοχής του ατόμου στο άγχος και στον τρόπο έκφρασης του άγχους ώστε να καθοριστεί η συνέχεια.
Μετά από την πρώτη συνεδρία, ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος συμφωνούν να συνεργασθούν πάνω στο θεραπευτικό μοντέλο που προτείνει ο θεραπευτής ορίζοντας την διάρκεια της κάθε συνεδρίας είτε στα 50’ είτε στα 60’. Στην ΒΕΔΨ, πραγματοποιείται κατά προσέγγιση ένας ορισμένος αριθμός συνεδριών που συνήθως δεν ξεπερνά τις 40. Φυσικά, υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί να χρειασθούν περισσότερες από 40 συνεδρίες. Κατά μέσο όρο όμως, στις περισσότερες βραχύχρονες γνωστικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, ο αριθμός των συνεδριών που απαιτούνται είναι 16-25.
Οι στόχοι κάθε θεραπευτικής προσέγγισης καθώς και τα οφέλη της για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά μπορεί να διαφέρουν. Στην Βραχεία Εντατική Δυναμική Ψυχοθεραπεία (ΒΕΔΨ), ο βασικός στόχος είναι η εξάλειψη των ασυνείδητων τιμωρητικών ενοχών για όσα αισθάνεται ένας άνθρωπος που μπορεί να αντιμετωπίζει προβλήματα με τις σχέσεις τους, χρόνιο άγχος, κατάθλιψη, τάση για απομόνωση, κατάχρηση ουσιών κ.α. να Για να γίνει αυτό, θα πρέπει ο θεραπευτής να βοηθήσει τον θεραπευόμενο να βιώσει όλα του τα συναισθήματα και συγχρόνως να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους δημιουργήθηκαν τα συμπτώματά του. Μόνο έτσι ο δεύτερος θα μπορέσει να ζήσει μια πιο ελεύθερη, χαρούμενη και γεμάτη αυτο-φροντίδα ζωή. Στο τέλος, και οι δύο θα ανταμειφθούν από τη δημιουργία μιας όμορφης και συνεργατικής θεραπευτικής σχέσης.

4. Ψυχολογία και σχέσεις

Μια σχέση γίνεται τοξική όταν ένας ή και οι δύο σύντροφοι εκδηλώνουν συστηματικά κάποιες από τις παρακάτω συμπεριφορές: 1. Εμμένουν στο παρελθόν τονίζοντας διαρκώς τα λάθη του άλλου συντρόφου. 2. Εκδηλώνουν παθητικο-επιθετική συμπεριφορά (λ.χ. «κάνουν μούτρα», απιστούν, «γκρινιάζουν») καθώς δεν νιώθουν και δεν εκφράζουν ανοιχτά και ειλικρινά τα συναισθήματά τους. 3. Εκβιάζουν συναισθηματικά τον σύντροφό τους λέγοντάς του ότι αν δεν αλλάξει έτσι όπως θέλουνε, θα τον αφήσουν. 4. Δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη για τα συναισθήματά τους και θεωρούν ότι οι άλλοι τους τα προκαλούν. 5. Εκδηλώνουν ζηλόφθονη και κτητική συμπεριφορά. 6. Προσπαθούν να καλύψουν τα πραγματικά προβλήματα με προσωρινές λύσεις (λ.χ. προσπαθούν να εξαγοράσουν με δώρα ή ταξίδια τον σύντροφό τους).
Ένας χωρισμός, πυροδοτεί μέσα μας συναισθήματα απώλειας. Μετά από αυτόν, το αναμενόμενο είναι να βιώσουμε λύπη ή ακόμα και πόνο. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως, όταν βιώσαμε αποχωρισμούς, απώλειες ή εγκατάλειψη ως παιδιά, υπήρχαν πριν τον πόνο και την λύπη, συναισθήματα θυμού και οργής για τον άνθρωπο που μας εγκατέλειψε και έντονης ενοχής γι’ αυτά τα συναισθήματα. Τα συναισθήματα αυτά, συνήθως δεν βιώνονται σωματικά και στέλνονται μέσω κάποιων μηχανισμών στο πίσω μέρος του μυαλού μας, στο λεγόμενο ασυνείδητο. Όταν κινητοποιούνται μέσα από αναμνήσεις, συζητήσεις ή σκέψεις γύρω από τον χωρισμό απωθούνται εκ νέου στο ασυνείδητο και ως συνέπεια αυτού μπορεί να βιώνουμε άγχος, κατάθλιψη και ψυχοσωματικά συμπτώματα με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να προχωρήσουμε παρακάτω και να δημιουργήσουμε νέες σχέσεις με άλλους ανθρώπους.
Η ανασφαλής προσκόλληση με τους πρώτους φροντιστές της ζωής μας, η αποφυγή συγκρούσεων με τον σύντροφό μας, η έλλειψη σεξουαλικής επαφής, το αίσθημα της μοναξιάς και τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας του ατόμου (λ.χ. ναρκισσιστική συμπεριφορά, αίσθημα υπεροχής) είναι κάποιοι από τους αυστηρά ψυχολογικούς λόγους που εξηγούν την απιστία. Από την άλλη μεριά, η απιστία ίσως να μην οφείλεται στην αναζήτηση ενός τρίτου ατόμου με το οποίο θα κάνουμε καλύτερο σεξ ή θα μας καταλαβαίνει περισσότερο – ίσως να είναι απλά μια προσπάθεια ανακάλυψης ενός νέου ή επανεύρεσης ενός ξεχασμένου εαυτού που αναδύεται μέσα από την σχέση μας με το τρίτο πρόσωπο.
Ο τρόπος που συνδεθήκαμε με τους γονείς μας (κυρίως μέχρι τα πρώτα 5 χρόνια της ζωής μας) επηρεάζει καταλυτικά το πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για εμάς να πιστέψουμε ότι οι άλλοι θα είναι δίπλα μας όταν τους χρειαστούμε, το πόσο ικανοί είμαστε να μοιραστούμε τις εμπειρίες μας για να προσελκύσουμε το ενδιαφέρον τους επιτρέποντάς τους παράλληλα να μας γνωρίσουν βαθιά και ουσιαστικά, το πόσο πρόθυμοι είμαστε να αποδεχτούμε και να προσφέρουμε συναισθηματική στήριξη (από και προς) στους άλλους και το πόσο επιδέξιοι είμαστε στον εντοπισμό εκείνων που δεν μας ταιριάζουν χωρίς να αποκλείουμε τους υπόλοιπους ανθρώπους από την ζωή μας. Πολλές φορές, όταν προσπαθούμε ασυνείδητα να αποφύγουμε κάποια έντονα και επώδυνα συναισθήματα που κινητοποιούνται κάθε φορά που πάμε να συνδεθούμε με κάποιον, απομακρυνόμαστε αντί να έρθουμε κοντά του με τον φόβο ότι μπορεί να πληγωθούμε ή να πονέσουμε. Η λύση της αυτο-επιβαλλόμενης απομόνωσης λοιπόν φαντάζει πιο «καλή» σε σχέση με την ανοιχτή και ειλικρινή αντιμετώπιση αυτών των συναισθημάτων. Συνεπώς, η μοναξιά δεν είναι τόσο ένα συναίσθημα όσο μια κατάσταση μέσα στην οποία μπορεί να βάζουμε τον εαυτό μας χωρίς να το καταλαβαίνουμε για να αποφύγουμε κάποια συναισθήματα και να νιώθουμε πιο ασφαλείς.

5. Διατροφικές διαταραχές

Οι διατροφικές διαταραχές, με πιο γνωστές την νευρογενή ανορεξία και την νευρογενή βουλιμία, έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό τους την υπέρμετρη ενασχόληση του ατόμου με τον έλεγχο του βάρους του. Τα άτομα που πάσχουν έχουν συνήθως μια διαστρεβλωμένη εικόνα του σώματός τους και κατακλύζονται από δυσφορικές, έντονες και επίμονες σκέψεις που συνδέονται με χαμηλή αυτό-εκτίμηση, ευαισθησία στην απόρριψη, άγχος, κατάθλιψη, αισθήματα ανεπάρκειας, αναξιότητας και ντροπής. Κάποιες φορές, ο έλεγχος του βάρους και η κακομεταχείριση του σώματος για την επίτευξη της ιδανικής εικόνας είναι το αποτέλεσμα ανεπίλυτων συναισθηματικών ζητημάτων που ξεκινούν από τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου και τα οποία έρχονται ξανά στην επιφάνεια όταν προκύπτουν απογοητεύσεις, συγκρούσεις ή ματαιώσεις στις τρέχουσες σχέσεις του.
Παρόλο που οι διατροφικές διαταραχές σχετίζονται με τον έλεγχο του σωματικού βάρους, η διάγνωση δεν βασίζεται μόνο στις αλλαγές που παρατηρούνται σε αυτό. Πριν παρατηρηθούν σημαντικές αλλαγές στο σωματικό βάρος, το άτομο που πάσχει εκδηλώνει κάποιες συμπεριφορές που άλλοτε σχετίζονται άμεσα και άλλοτε έμμεσα με το φαγητό οι οποίες είναι ενδεικτικές ότι υπάρχει πρόβλημα το οποίο όσο δεν αντιμετωπίζεται, γιγαντώνεται. Για παράδειγμα, το άτομο μπορεί: 1. Να εκδηλώνει μια μυστικοπαθή συμπεριφορά γύρω από το φαγητό (π.χ. τρώει μόνη/ος, πηγαίνει τακτικά στην τουαλέτα). 2. Να παραλείπει γεύματα και να ζυγίζεται πολύ συχνά μέσα στην μέρα. 3. Να απομονώνεται κοινωνικά και να έχει πεσμένη διάθεση. 4. Να έχει χάσει το ενδιαφέρον του για χόμπι και δραστηριότητες που ήταν ευχάριστες παλιά. 5. Να υπάρχει ένταση στις σχέσεις του και μια γενική ευερεθιστότητα. 6. Να έχει αυξήσει σε υπερβολικό βαθμό την συχνότητα της σωματικής άσκησης άσχετα με τη κούρασή του ή τον αν είναι άρρωστος ή τραυματισμένος. 7. Να καθορίζει τον αυτοσεβασμό, την αξία, ή την ελκυστικότητα από την εμφάνιση και το βάρος του.
Αρχικά, είναι σημαντικό να αναγνωρίσει το άτομο την εσωτερική δυσφορία που προκαλείται από την προσπάθειά του να ελέγξει το βάρος του καθώς και το πως οι συμπεριφορές ελέγχου (λ.χ. σωματική άσκηση, περιορισμένη πρόσληψη θερμιδών, επεισόδια υπερφαγίας, πρόκληση εμέτου, χρήση διαιτητικών χαπιών ή διουρητικών) πλήττουν την σωματική και την ψυχική του υγεία. Έπειτα, είναι καλό να έχει στο μυαλό του ότι η λύση για αυτό το ζήτημα πρέπει να έχει μια ολιστική κατεύθυνση όπου η αναζήτηση βοήθειας από κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας (ψυχολόγο ή/και ψυχίατρο) και παράλληλα διατροφολόγο είναι απαραίτητη. Αν το άτομο δεν είναι σίγουρο για την σοβαρότητα της κατάστασής του και πιστεύει ότι μπορεί να την ξεπεράσει μόνο του, θα ήταν βοηθητικό να κάνει μια ανοιχτή και ειλικρινή συζήτηση πρώτα με κάποιο έμπιστο και οικείο άτομο του φιλικού ή οικογενειακού κύκλου, ρωτώντας το αν έχει παρατηρήσει κάποιες αλλαγές το τελευταίο διάστημα στη διάθεση ή/και την συμπεριφορά του έχοντας την πρόθεση να ακούσει πραγματικά όμως τα λόγια του άλλου.
Συνήθως ένα άτομο που πάσχει από κάποια διατροφική διαταραχή, δεν έχει επίγνωση της κατάστασής του. Εάν ανησυχείτε λοιπόν για κάποιον δικό σας άνθρωπο, είναι σημαντικό να τον ενθαρρύνετε να αναζητήσει άμεσα βοήθεια από κάποιον επαγγελματία ψυχικής υγείας. Μπορείτε να ενημερωθείτε γενικά για τις διατροφικές διαταραχές πριν κάνετε κάποια συζήτηση μαζί του, εφόσον όμως αποφασίσετε να προχωρήσετε σε αυτή, θα ήταν καλό να γίνει με έναν ήπιο και περιγραφικό τρόπο γύρω από κάποιες συμπεριφορές που έχετε παρατηρήσει και σας έχουν ανησυχήσει περισσότερο. Καλό θα ήταν να αποφύγετε τέτοιου είδους συζητήσεις τις στιγμές που προηγούνται ή έπονται ενός γεύματος. Σημαντικό είναι να έχετε μια μη επικριτική στάση και να δείξετε συμπόνια και κατανόηση απέναντι στον άνθρωπό σας. Είναι πολύ πιθανό, μετά την συζήτηση να αισθανθεί θυμωμένος/η και να είναι επιθετικός/η, ωστόσο, μην χάσετε την υπομονή και την ψυχραιμία σας και προσπαθήστε να αποφύγετε μια θυμωμένη απάντηση στον δικό του θυμό. Εάν αναγνωρίσει ότι χρειάζεται βοήθεια, ενθαρρύνετέ τον/ην να την αναζητήσει άμεσα και προσφερθείτε να τον/ην συνοδεύσετε σε κάποιον ψυχολόγο ή ψυχίατρο και ειδικό διαιτολόγο-διατροφολόγο. Εάν προσπαθήσει να σας πείσει ότι είναι υγιής, μην εμπλακείτε σε καμία αντιπαράθεση με επιχειρήματα και πληροφορίες γύρω από αυτά που διαβάσατε για τη διαταραχή που υποπτεύεστε ότι μπορεί να έχει. Φροντίστε να τον/ην πλησιάσετε ξανά όταν θα είναι πιο ήρεμος/η λέγοντάς τους ότι εσείς θα παραμείνετε διαθέσιμοι και κοντά του/ης στην περίπτωση που θα ήθελε κάποια στιγμή να σας μιλήσει.

6. Ανοσοποιητικό/ Υγεία / Διατροφή

Πολλά θρεπτικά συστατικά επεμβαίνουν δραστικά και στη ψυχολογία μας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της ανάλογης διάθεσης. Το τι τρώμε επιδρά στο πώς αισθανόμαστε, τόσο ψυχικά όσο και σωματικά. Πολλές έρευνες δείχνουν ότι ορισμένοι τύποι τροφίμων περιέχουν συστατικά ουσιώδους σημασίας για την καλή ψυχική υγεία, των οποίων η έλλειψη μπορεί να επιδεινώσει ψυχικές διαταραχές όπως η κατάθλιψη. Για παράδειγμα, ένας φυσικός τρόπος για να αυξήσουμε ενδογενώς τα επίπεδα ενός νευροδιαβιβαστή, της σεροτονίνης, που όταν βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα διαταράσσεται η διάθεσή μας, είναι να καταναλώνουμε τροφές πλούσιες σε πρωτεΐνη όπως το κοτόπουλο, ο τόνος, ο σολομός, τα φασόλια και οι σπόροι. Επίσης, αρκετές επιστημονικές μελέτες έχουν καταδείξει μια συσχέτιση ανάμεσα στα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης Β και στις ψυχιατρικές διαταραχές. Το φολικό οξύ (που ανήκει στην κατηγορία των βιταμινών Β) φαίνεται να διαδραματίζει ουσιώδη ρόλο στην πρόληψη της πεσμένης διάθεσης. Για να αυξήσετε το φολικό οξύ στον οργανισμό σας, μπορείτε να τρώτε πράσινα λαχανικά (ελάχιστα μαγειρεμένα) και όσπρια. Τέλος, η κατανάλωση επαρκούς ποσότητας ω3 λιπαρών οξέων που βρίσκονται στα ψάρια όπως η σαρδέλα, ο τόνος, το σκουμπρί και ο σολομός βελτιώνουν σημαντικά τη διάθεση.
Ο λόγος που κοιμόμαστε πηγαίνει πολύ πιο πέρα από την απλή αναπλήρωση των ενεργειακών μας επιπέδων. Κατά τη διάρκεια του ύπνου, ο εγκέφαλός μας καθαρίζει τα τοξικά παραπροϊόντα της νευρικής δραστηριότητας που απομένουν κατά τη διάρκεια της ημέρας. Επίσης, βοηθά στη διατήρηση της μάθησης των πληροφοριών που προσλαμβάνουμε μέσα στην ημέρα και συμβάλλει στη δημιουργία νέων νευρωνικών συνάψεων στον εγκέφαλο. Από ψυχολογικής πλευράς λοιπόν, ο ύπνος βελτιώνει την λειτουργία της μνήμης και της προσοχής, μειώνει το άγχος και αυξάνει το αίσθημα της ευεξίας.
Όταν δεν υπάρχουν χρόνια προβλήματα αϋπνίας, αλλά θέλουμε να αντιμετωπίσουμε την μειωμένη ποιότητα ύπνου, τα παρακάτω βήματα μπορούν να βοηθήσουν: 1. Επιλέγουμε μια συγκεκριμένη ώρα αφύπνισης, ανεξάρτητα από το πόσες ώρες κοιμηθήκαμε την προηγούμενη νύχτα. 2. Χρησιμοποιούμε το κρεβάτι μόνο για ύπνο ή για σεξ. Εάν χρησιμοποιούμε συχνά το κρεβάτι για δραστηριότητες εκτός από τον ύπνο ή το σεξ, ακούσια εκπαιδεύουμε τον εαυτό μας να μένει ξύπνιος στο κρεβάτι. 3. Σηκωνόμαστε από το κρεβάτι όταν δεν μπορούμε να κοιμηθούμε και επιλέγουμε κάποιες χαλαρωτικές δραστηριότητες (λ.χ ανάγνωση βιβλίου, χαλαρωτική μουσική) μέχρι να αισθανθούμε ξανά υπνηλία. Μεγάλες περίοδοι αφύπνισης στο κρεβάτι συνήθως οδηγούν στο να να απογοητευόμαστε ή να ανησυχούμε επειδή δεν κοιμόμαστε. 4. Αποφεύγουμε τον ύπνο μέσα στην ημέρα. Ο ύπνος κατά τη διάρκεια της ημέρας ικανοποιεί μερικώς τις ανάγκες μας για ξεκούραση και αποδυναμώνει το κίνητρο του ύπνου τη νύχτα. 5. Αποφεύγουμε την χρήση σκευασμάτων που περιέχουν καφεΐνη, την μελέτη για μια εξέταση, την προσπάθεια επίλυσης ένα περίπλοκου προβλήματος ή την σωματική δραστηριότητα τουλάχιστον 2 ώρες πριν τον ύπνο. 6. Αποφεύγουμε να καταναλώσουμε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ πριν τον ύπνο ως βοήθημα για να κοιμηθούμε. Τα αλκοολούχα ποτά μπορεί να κάνουν το άτομο να νυστάξει και να κοιμηθεί πιο εύκολα, αλλά προκαλούν πολύ περισσότερο διακοπτόμενο ύπνο και πολύ λιγότερο αναζωογονητικό από το κανονικό.

7. Άγχος και ψυχοσωματικά

Στις περιπτώσεις που το άγχος δεν είναι χρόνιο και ολοένα αυξανόμενο, αλλά εκφράζεται περισσότερο με την μορφή κάποιων ανήσυχων σκέψεων ή μυϊκής έντασης στο σώμα για περιορισμένο χρονικό διάστημα, οι παρακάτω τρόποι μπορούν να μας βοηθήσουν να το διαχειριστούμε. Μπορούμε να ρωτήσουμε τον εαυτό μας: 1. Ποια εμπειρικά δεδομένα από το παρελθόν συνηγορούν υπέρ και ποια κατά των σκέψεων που κάνω; 2. Ο τρόπος που επιλέγω να σκεφτώ για την κατάσταση αυτή είναι ο μόνος δυνατός και σωστός; 3. Ποια είναι η ανάγκη μου πίσω από την προσπάθεια να έχω πάντα δίκιο για όσα σκέφτομαι; 4. Για ποιο λόγο επιλέγω συχνά να σκέφτομαι την αρνητική και όχι την θετική έκβαση μιας κατάστασης; 5. Μπορώ να κάνω κάτι για την κατάσταση που με ανησυχεί; 6. Ποια είναι τα θετικά και ποια τα αρνητικά της διαρκούς ανησυχίας; 7. Τι θα έλεγα στον καλύτερό μου φίλο αν έκανε τις ίδιες σκέψεις με εμένα; 8. Πόσο σημαντικές θα είναι αυτές οι σκέψεις σε 5 χρόνια από τώρα; Είναι καλό να έχουμε στο μυαλό μας ότι όσο παρατηρούμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά απλά ως «προϊόντα» του μυαλού μας και όχι ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα ή προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητάς μας (π.χ. αισθάνομαι θυμωμένος και όχι είμαι θυμωμένος), τόσο καταφέρνουμε να αποδυναμώσουμε όχι μόνο την έντασή τους, αλλά και την επίδραση που ασκούν πάνω μας.
Με λίγα λόγια, θα λέγαμε ότι τα άτομα που ταλαιπωρούνται από χρόνιο άγχος και λόγω κάποιων ιδιοσυγκρασιακών και περιβαλλοντικών παραγόντων (ιστορικό κακοποίησης, παραμέλησης, απώλειες, συναισθηματική αποστέρηση, διαζύγιο γονέων κ.α.) έχουν χαμηλή ανοχή σε αυτό, είναι πιο πιθανό να ταλαιπωρούνται από ψυχοσωματικά συμπτώματα. Σε καταστάσεις στην ενήλικη ζωή (λ.χ. συγκρούσεις, χωρισμοί κ.α.) όταν κινητοποιούνται συναισθήματα που δεν αναγνωρίζονται συνειδητά από το άτομο, το άγχος τους ανεβαίνει. Όταν το άγχος ανεβαίνει, το άτομο μπορεί να υποφέρει από πόνους στο στομάχι του ή γαστρίτιδες ή πεπτικά έλκη ψυχογενούς αιτιολογίας ή από συχνές διάρροιες ή δυσκοιλιότητα ή από ασθματικές καταστάσεις ή από ψυχογενή αρτηριακή υπέρταση ή ημικρανίες. Σε άλλα άτομα, με ακόμη πιο έντονη άνοδο του άγχους, αυτό μπορεί να επηρεάζει τη συγκέντρωση της σκέψης τους ή ακόμη και την λειτουργία της όρασής τους ή/και της ακοής (γνωστικό-αντιληπτικό σύστημα). Για να αντιμετωπίσει το άγχος, το άτομο ασυνείδητα επιστρατεύει κάποιους μηχανισμούς που στην ψυχοθεραπεία λέγονται άμυνες. Αυτές οι άμυνες, ρίχνουν προσωρινά τα υψηλά επίπεδα του άγχους, αλλά καθιστούν μακροπρόθεσμα το άτομο πιο αδύναμο, καταθλιπτικό και ανήμπορο. Συνεπώς, τα άτομα αυτά συνεχίζουν να συναντούν μεγάλες δυσκολίες στην καθημερινότητά τους όταν ανεβαίνει το άγχος τους, με αποτέλεσμα όχι μόνο να δυσφορούν έντονα, αλλά και να καθίστανται έντονα δυσλειτουργικά στις επαγγελματικές, διαπροσωπικές και κοινωνικές τους σχέσεις.
Στην ψυχοθεραπεία και συγκεκριμένα στη Βραχεία Εντατική Δυναμική Ψυχοθεραπεία (ΒΕΔΨ), ο θεραπευτής παρατηρεί τις εκδηλώσεις του άγχους στο σώμα του θεραπευόμενου και του μαθαίνει να κάνει το ίδιο και να ελέγχει το επίπεδο της ανόδου του από την αρχή. Αυτή η διαδικασία βοηθά το άτομο να βιώνει το άγχος του αποκλειστικά στους εκούσιους μύες του ως μυϊκή ένταση και όχι στα σπλάχνα του ή στον εγκέφαλό του. Με άλλα λόγια, το βοηθά να κτίσει την ικανότητά του να αντέχει ακόμη μεγαλύτερη άνοδο του άγχους του, χωρίς να παρουσιάζει τα ανωτέρω παθολογικά φαινόμενα και παράλληλα να διαπιστώνει τι συναισθήματα υπάρχουν κάτω από αυτό που το πυροδοτούν.

8. Ψυχολογία και εγκυμοσύνη

Στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, θα βιώσετε τεράστιες σωματικές και ψυχολογικές αλλαγές. Μπορεί να αισθάνεστε ενθουσιασμό και χαρά στην σκέψη ότι θα φέρετε μια νέα ζωή στον κόσμο και μετά αυτό το συναίσθημα μπορεί να έχει αντικατασταθεί από τον φόβο για το άγνωστο της διαδικασίας ή τις πιθανές δυσκολίες που θα συναντήσετε ως νέα μητέρα. Δεν είναι αφύσικο να βιώνετε πολλά συναισθήματα ταυτόχρονα ή να περνάτε από το ένα στο άλλο σε πάρα πολύ γρήγορα. Πολλές μελλοντικές μητέρες αναρωτιούνται αν θα τα καταφέρουν, ανησυχούν για την υγεία του μωρού τους και για το πόσο καλά θα αντεπεξέλθουν στο νέο τους ρόλο. Μπορεί να έχετε ανησυχίες για το τι αλλαγές θα επέλθουν στον γάμο ή στη σχέση σας λόγω του μωρού. Συνεπώς, τα αισθήματα φόβου είναι πέρα για πέρα φυσιολογικά και δικαιολογημένα. Αυτές οι ξαφνικές αλλαγές εμφανίζονται συχνότερα κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και προς το τέλος του τρίτου τριμήνου. Μάλιστα, οι ορμονικές διακυμάνσεις (αλλαγές στα επίπεδα των οιστρογόνων και της προγεστερόνης) που προκαλούνται στην έκτη με δέκατη εβδομάδα μπορούν να σας κάνουν ιδιαίτερα επιρρεπείς σε αυτό το συναισθηματικό μπέρδεμα όπου η χαρά αναμειγνύεται με τον φόβο.
Υπάρχουν μερικοί τρόποι να βοηθήσετε την κατάσταση. Είναι σημαντικό να κοιμάστε όσο περισσότερο μπορείτε και να ασκείστε τακτικά – στο επίπεδο που το σώμα σας επιτρέπει. Φροντίστε η διατροφή σας να είναι γεμάτη με υγιεινά τρόφιμα. Μην μένετε νηστική για πολλή ώρα, καθώς αυτό μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα, προκαλώντας περισσότερες συναισθηματικές κρίσεις. Επίσης, είναι η κατάλληλη εποχή για να δεχθείτε όση περισσότερη στήριξη γίνεται από τους κοντινούς σας ανθρώπους. Μιλήστε με τον σύντροφο ή/και την οικογένειά σας, δώστε τους να καταλάβουν πώς αισθάνεστε, και μοιραστείτε μαζί τους αυτά που σας προκαλούν ανησυχία και άγχος. Το πιο σημαντικό είναι να φέρεστε καλά στον εαυτό σας. Είναι απολύτως φυσιολογικό, μέχρι και αναμενόμενο, να βιώνετε αυτές τις συναισθηματικές αλλαγές και δεν χρειάζεται να κρίνετε τον εαυτό σας γι’ αυτό.
Αν έχετε ιστορικό κατάθλιψης, αγχώδους διαταραχής ή κάποιου άλλου προβλήματος ψυχολογικής φύσης, αναφέρετέ τα στον/ην γυναικολόγο σας. Επίσης, θα ήταν συνετό να ενημερώσετε τον γιατρός σας αν η οικογένειά σας έχει ιστορικό ψυχικής ασθένειας. Αν βιώνετε τα παρακάτω, είναι σημαντικό να συμβουλευτείτε έναν ειδικό ψυχικής υγείας: 1. Αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες 2. Πτώση της ενέργειας 3. Αισθήματα ενοχής 4. Δυσκολία στην μνήμη και τη συγκέντρωση 5. Υπερβολικό άγχος και οξυθυμία 6. Σοβαρά προβλήματα στον ύπνο

9. Ψυχολογικό Προφίλ της ΔΕΠΥ

Στους ενήλικες, τα πυρηνικά συμπτώματα της ΔΕΠΥ, είναι η απροσεξία, η υπερκινητικότητα και η παρορμητικότητα, αν και εκφράζονται διαφορετικά από ότι στα παιδιά. Οι ενήλικες βιώνουν την υπερκινητικότητα ως ένα εσωτερικό συναίσθημα ανησυχίας, αδυναμίας να ηρεμήσουν καθώς και με υπερβολική φλυαρία, ενώ η απροσεξία και η παρορμητικότητα τους ακολουθούν σε πιο μετριασμένο βαθμό καθώς τα χρόνια περνούν και μπορεί να τους οδηγούν σε επιλογή εργασιακών θέσεων που ενέχουν ρίσκο ή/και στη δημιουργία έντονων διαπροσωπικών σχέσεων μικρής διάρκειας. Μπορεί η ΔΕΠΥ να είναι μια διαταραχή με νευροβιολογικό υπόβαθρο, τα άτομα που έχουν διαγνωστεί όμως από παιδιά, μπορούν με την εφαρμογή γνωστικών-συμπεριφορικών τεχνικών να μειώσουν σημαντικά την ένταση των συμπτωμάτων.
Οι κύριες συμπεριφορικές εκδηλώσεις της διαταραχής είναι η διάσπαση της προσοχής, η παρορμητικότητα και η υπερκινητικότητα. Είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε ότι η ένταση των συμπεριφορών, η συχνότητά τους και το πλαίσιο της εμφάνισης τους (το οποίο δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο σε ένα, όπως το σχολείο, για να μπει η διάγνωση) συνυπολογίζονται μαζί με τα διαγνωστικά κριτήρια. Με βάση τα συμπτώματα που επικρατούν στα παιδιά σχολικής ηλικίας διακρίνουμε τρεις τύπους ΔΕΠΥ: 1. Τύπος Απροσεξίας: δεν μπορεί να συγκεντρωθεί, αποσπάται εύκολα από άσχετα ερεθίσματα, δυσκολεύεται να ακολουθήσει οδηγίες,αποφεύγει εργασίες που απαιτούν συστηματική πνευματική προσπάθεια, ξεχνά τις σχολικές εργασίες, χάνει πράγματα και γενικά είναι ανοργάνωτος/η. 2. Τύπος Παρορμητικότητας/Υπερκινητικότητας: δυσκολεύεται να παραμείνει καθισμένος/η, κουνάει χέρια, πόδια, ή στριφογυρίζει στην καρέκλα, κοιτά συνέχεια γύρω του και πειράζει τους άλλους,, σηκώνεται όταν δεν επιτρέπεται,τρέχει και σκαρφαλώνει υπερβολικά, δεν σκέφτεται πριν αντιδράσει, απαντάει πριν ολοκληρωθεί η ερώτηση, μιλάει συνεχώς, δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του, στα παιχνίδια δεν ακολουθεί κανόνες διακόπτει ή ενοχλεί τους άλλους. 3. Συνδυασμένος τύπος: Είναι επίσης συνηθισμένος τύπος ΔΕΠΥ στα παιδιά και στους εφήβους όπου παρουσιάζεται συνδυασμός κάποιων από τα παραπάνω συμπτώματα.  
Η βασική θεραπευτική προσέγγιση που έχει βρεθεί να είναι περισσότερο αποτελεσματική για την αντιμετώπιση της ΔΕΠΥ είναι η Γνωστική-Συμπεριφορική Θεραπεία (ΓΣΘ). Η ΓΣΘ είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας, που στοχεύει στο να βοηθήσει το άτομο με ΔΕΠΥ να αναπτύξει δικούς του τρόπους επίλυσης προβλημάτων και να αποκτήσει περισσότερο αυτοέλεγχο, να αμφισβητήσει τις βαθύτερες δυσλειτουργικές πεποιθήσεις για τον εαυτό και να ρυθμίσει το συναίσθημά του. Έχει ένα συμβουλευτικό και συνεργατικό χαρακτήρα και διευκολύνει το θεραπευόμενο να εκπαιδευθεί στην αυτό-καθοδήγηση, στη βελτίωση των δεξιοτήτων διαχείρισης προβλημάτων και στην αντιμετώπιση του άγχους. Πέρα από τις τεχνικές όμως, ο σκοπός της είναι να λειτουργεί επουλωτικά, και να βοηθάει το άτομο να δει τον εαυτό του πιο ολοκληρωμένα και όχι, όπως πριν, μέσα σε μαθημένους και πολωμένους ρόλους του «τεμπέλη», «εγωκεντρικού», «κακομαθημένου» και «χαζού» παιδιού για όλα όσα του συνέβαιναν. Με γνώμονα πια την νέα κατανόηση της πηγής των προβλημάτων του, μειώνονται οι άμυνες του και το άτομο σταματά να αυτό-τιμωρείται μέσα από συμπεριφορές (λ.χ. χρήση ουσιών, εξάρτηση από τζόγο) που επαληθεύουν ασυνείδητα τους μαθημένους ρόλους που του έχουν αποδωθεί. Οι δικαιολογίες, η άρνηση και η αναβλητικότητα μετατρέπονται σε εξηγήσεις και στρατηγικές αντιμετώπισης των δυσκολιών του καθώς το άτομο αναγνωρίζει τα συναισθήματα που είχε πίσω από αυτές τις συμπεριφορές και τα ενσωματώνει με την βοήθεια του θεραπευτή εννοιολογικά σε ένα νέο πλαίσιο. Επίσης, η αυτοπεποίθησή του ενισχύεται, καθώς αρχίζει να βάζει και συχνά να κατακτά ρεαλιστικούς στόχους. Τέλος, βλέπει πιο καθαρά και αποδέχεται τα ελλείμματα και τις αδυναμίες του, (όπως και τα δυνατά του σημεία), ενώ παράλληλα βελτιώνονται οι σχέσεις του με την/τον σύντροφο και την οικογένεια. 

10. Διπολική Διαταραχή

Η διπολική διαταραχή είναι γνωστή και με τον όρο μανιοκατάθλιψη. Διακρίνεται από 2 υπο-τύπους ανάλογα με την σοβαρότητά της. Το άτομο που πάσχει, διανύει περιόδους μανίας ή υπομανίας (διάρκειας λίγων ημερών έως μερικών εβδομάδων) οι οποίες συνήθως ακολουθούνται από περιόδους έντονης κατάθλιψης με αυξημένο τον κίνδυνο της αυτοκτονίας. Πρόκειται για μία ψυχική νόσο με έντονο βιολογικό υπόβαθρο η εμφάνιση της οποίας ενεργοποιείται με την παρουσία ψυχολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Τα κύρια συμπτώματα του ατόμου είναι η έντονη ενεργητικότητα, η υπερβολικά καλή ή κακή διάθεση, η υπερδιέγερση, η έντονη αυτοπεποίθηση, η μειωμένη αίσθηση κινδύνου, η μεγαλομανία, οι χαλαροί ηθικοί φραγμοί και η έλλειψη μέτρου. Πολύ συχνό σύμπτωμα είναι και η αϋπνία. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της μανίας. Η υπομανία έχει τα ίδια χαρακτηριστικά μεν, αλλά σε πολύ μικρότερο βαθμό. Τα συμπτώματα των επεισοδίων κατάθλιψης περιλαμβάνουν κακή διάθεση, αίσθημα κόπωσης, μειωμένη λειτουργικότητα, απάθεια, τάσεις αυτοκτονίας, απροθυμία να περιποιηθεί την εξωτερική του εμφάνιση, ενοχικότητα και διαταραχές βάρους.
Ο αρμόδιος γιατρός για τη διάγνωση και αντιμετώπιση της διπολικής διαταραχής είναι ο ψυχίατρος. Η διάγνωση βασίζεται σε κλινική εξέταση που περιλαμβάνει καταγραφή του ιστορικού του πάσχοντος καθώς και της τρέχουσας λειτουργικότητάς του.
Η διπολική διαταραχή αντιμετωπίζεται κυρίως με φαρμακευτική αγωγή, την οποία θα χρειαστεί να λαμβάνει κατά πάσα πιθανότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ο άνθρωπος που πάσχει. Σε ρυθμισμένα φαρμακευτικά και σταθεροποιημένα μανιακά επεισόδια, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια μορφή θεραπείας που είναι εστιασμένη τόσο στις σκέψεις όσα και στα συναισθήματα του ατόμου, φροντίζοντας όμως πάντα να μην ανεβαίνει ιδιαίτερα το άγχος του κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί με την ψυχοθεραπεία να μειωθούν οι υποτροπές, ο αριθμός και οι δόσεις των φαρμάκων και να είναι ο ασθενής πιο λειτουργικός. Σημαντικό ρόλο τόσο στην ψυχοθεραπευτική όσο και στη φαρμαλευτική αντιμετώπιση της διπολικής διαταραχής, παίζει η ψυχολογική υποστήριξη του ατόμου από το οικογενειακό του περιβάλλον.
Αν κάποιο κοντινό σας πρόσωπο έχει διπολική διαταραχή μπορεί να θελήσετε να το βοηθήσετε να αισθανθεί καλύτερα. Ορισμένες φορές είναι δύσκολο να γνωρίζετε από πού να αρχίσετε. Μπορεί να νιώθετε σύγχυση ή να είστε θυμωμένος/η από τη συμπεριφορά του και να μην ξέρετε τι να κάνετε ή τι να πείτε. Ωστόσο, εφόσον βρείτε αυτό που σας κάνει να θέλετε να προσφέρετε βοήθεια στον άνθρωπό σας, υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να ξεκινήσετε. Αρχικά, είναι σημαντικό: 1. Να τον/ην ακούτε. Πείτε του ότι όποτε θέλει να μιλήσει είστε διαθέσιμοι. Μπορεί να μην ανοίγεται όλη την ώρα, αλλά θα χαρεί να ξέρει ότι είστε ανοικτός όποτε το χρειαστεί. 2. Να τον/ην ενθαρρύνετε. Πείτε του ότι η πάθηση δεν τον καθορίζει. Δεν είναι προσωπικό ελάττωμα και δεν τον αντιπροσωπεύει καθ’ ολοκληρίαν ως άτομο. Επίσης, μπορείτε να τον προτρέψετε να ανοιχτεί και να συμμετάσχει σε μια ομάδα στήριξης η οποία μπορεί να αποτελέσει τόπο μοιράσματος κοινών εμπειριών με άλλους πάσχοντες. Αν διστάζει να πάει μόνος, προσφερθείτε να τον/ην συνοδεύσετε. 3. Να είστε ψύχραιμοι. Κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου διπολικής διαταραχής, το αγαπημένο σας πρόσωπο δεν είναι ο εαυτός του. Μπορεί να κάνει παράξενα και εξοργιστικά πράγματα όταν έχει μανία ή να είναι άτονος και αδρανής όταν έχει κατάθλιψη. Αν ξεσπάσει σε εσάς, αποφύγετε μια αντίδραση στο ίδιο ύφος. Να θυμάστε ότι είναι τα συμπτώματα της διαταραχής πίσω από τη συμπεριφορά του. 4. Να μείνετε συντονισμένοι με το πρόγραμμά του. Το τακτικό πρόγραμμα μπορεί ενδεχομένως να βοηθήσει να έχει ο αγαπημένος σας μια σταθερή διάθεση. Μπορείτε να τον συμβουλεύσετε να πηγαίνει στο κρεβάτι και να ξυπνά γενικά την ίδια ώρα κάθε μέρα.
Συχνές ερωτήσεις