Η σημασία των ερωτικών σχέσεων

Με όλους τους ανθρώπους που με επισκέπτονται στο γραφείο μου και αποφασίζουν να ξεκινήσουν ψυχοθεραπεία, θα χρειαστεί κάποια στιγμή, ακόμα και αν δεν έχει τεθεί αρχικά ως ένα επείγον ζήτημα προς επίλυση, να μιλήσουμε για θέματα ερωτικών σχέσεων. Από την επαγγελματική και προσωπική μου εμπειρία, διαπιστώνω ότι ένα μεγάλο ποσοστό της γενικότερης ανικανοποίησης από τη ζωή σχετίζεται με ζητήματα ερωτικής φύσεως τα οποία δεν αφορούν κατ’ αποκλειστικότητα το σεξ, αλλά έχουν να κάνουν με την πλήρωση άλλων αναγκών όπως είναι η συντροφικότητα και η συναισθηματική επαφή. Ως κοινωνικά όντα, η ικανότητά μας να συνάπτουμε ερωτικές σχέσεις αναπτύσσεται μέσα από την επιθυμία μας να ικανοποιήσουμε κάποιες βασικές ψυχολογικές ανάγκες όπως είναι η ασφάλεια, η αποδοχή, η αυτονομία και η σύνδεση με τους άλλους.

Ωστόσο, όσο περισσότερο μιλάω με ανθρώπους για τα σχεσιακά τους προβλήματα στο πλαίσιο της θεραπείας, διαπιστώνω ότι αυτές οι ανάγκες πληρούνται όλο και πιο σπάνια. Γιατί συμβαίνει όμως αυτό; Πως οι σχέσεις μας με τους πρώτους φροντιστές της ζωής μας επηρεάζει τον δεσμό που θα αναπτύξουμε με τον ερωτικό μας σύντροφο; Τι κάνουμε συνήθως όταν δεν ικανοποιούνται οι συναισθηματικές μας ανάγκες; Και τέλος, με ποιον τρόπο μπορεί η ψυχοθεραπεία να μάς βοηθήσει;

 

Η Θεωρία της Προσκόλλησης

Από την παιδική μας ηλικία, κανενός οι ανάγκες δεν ικανοποιούνται ολοκληρωτικά. Ούτε οι δικές μου, ούτε οι δικές σας. Ο βαθμός κατά τον οποίο δεν ικανοποιούνται οι ανάγκες μας ως παιδιά καθώς και η φύση αυτών των μη ικανοποιημένων αναγκών διαφέρει από την μία περίπτωση στην άλλη όμως. Ο καθοριστικός παράγοντας για την ικανοποίηση ή την μη ικανοποίηση των αναγκών ενός παιδιού από τους γονείς είναι η μορφή της συναισθηματικής σχέσης που θα αναπτύξει μαζί τους.

Στην επιστήμη της ψυχολογίας, περιγράφουμε τη μορφή κάθε συναισθηματικής σχέσης με την βοήθεια της Θεωρίας Προσκόλλησης, η οποία προτάθηκε από τους John Bowlby και Mary Ainsworth τη δεκαετία του ΄50. Σύμφωνα με αυτή την θεωρία, ο τύπος του συναισθηματικού δεσμού που δημιουργούμε με τους πρώτους φροντιστές, επηρεάζει  σημαντικά τις μετέπειτα ερωτικές μας σχέσεις. Για παράδειγμα, αν είχαμε ως παιδιά μια υπερπροστατευτική μητέρα και έναν απόντα και νευρικό πατέρα, μέσω κάποιων ασυνείδητων διεργασιών διαμορφώνουμε έναν εσωτερικό «χάρτη» με βάση τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την επαφή και την οικειότητα με τους συντρόφους που θα γνωρίσουμε αργότερα στη ζωή μας έτσι όπως τις αισθανόμασταν τα πρώτα χρόνια της ζωής μας.

Αν σκεφτούμε ότι στον κόσμο υπάρχουν πάρα πολλοί πιθανοί ερωτικοί σύντροφοι που πληρούν για εμάς τα κριτήρια της εξωτερικής εμφάνισης που έχουμε θέσει και όμως κάθε φορά τείνουμε να χάνουμε την λογική και τον έλεγχο ή να σκεφτόμαστε διαρκώς μόνο έναν πολύ μικρό αριθμό από αυτούς, (χωρίς παράλληλα να μπορούμε να εξηγήσουμε στους εαυτούς μας γιατί συμβαίνει αυτό), παίρνουμε μια γεύση για τον βαθμό της επίδρασης που έχουν οι πρώιμες σχέσεις μεταξύ γονέα-παιδιού στην ενήλικη ζωή.

 

 

Γιατί δημιουργούμε ερωτικές σχέσεις που μας… δυσκολεύουν;

Εφόσον έχουμε μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον συναισθηματικής ασφάλειας, τρυφερότητας και φροντίδας μάς φαίνεται φυσιολογικό να αναζητούμε και να προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μια αντίστοιχη σχέση και με τους ερωτικούς μας συντρόφους. Αν όμως βιώσαμε αδιαφορία και δεν λάβαμε την απαιτούμενη αγάπη, αποδοχή ή προσοχή από τους γονείς μας, γιατί συνεχίζουμε να αναπαράγουμε αυτό το μοτίβο μη ικανοποιητικής σχέσης στην ενήλικη ζωή;

Η σύντομη εκδοχή της απάντησης είναι ότι το ασυνείδητό μας λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μας κάνει να αναζητούμε το ερωτικό ενδιαφέρον σε ανθρώπους που ταιριάζουν με την αρχετυπική μορφή αγάπης, προσοχής, φροντίδας και αποδοχής που πήραμε από τους πρώτους φροντιστές της ζωής μας. Ωστόσο, όταν οι παραπάνω ανάγκες μας δεν έχουν ικανοποιηθεί στην παιδική ηλικία, συνεχίζουμε να αναζητούμε στην ενήλικη ζωή ανθρώπους που θυμίζουν τους γονείς μας σε μια προσπάθεια να γεμίσουμε τα συναισθηματικά κενά του παρελθόντος και να επεξεργαστούμε το ψυχικό τραύμα που βιώσαμε τότε.

Συχνά όμως, αυτή η ασυνείδητη προσπάθεια επίλυσης του παιδικού τραύματος αποτυγχάνει με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος αναζήτησης της αγάπης και της αποδοχής που δεν πήραμε ως παιδιά και απογοήτευσης επειδή συνεχίζουμε να μην είμαστε αγαπητοί ή/και αποδεκτοί ως ενήλικες. Συνεπώς, κάθε μορφή απόρριψης, εγκατάλειψης ή προδοσίας που μπορεί να βιώνουμε συχνά στις ερωτικές μας σχέσεις, οδηγεί σε μία συνεχή αναβίωση του άλυτου τραύματος της παιδικής ηλικίας η οποία όσο ενδυναμώνεται από τις εμπειρίες του παρόντος, τόσο ενισχύει την πυρηνική πεποίθησή μας ότι τελικά μας αξίζει να μάς συμπεριφέρονται οι άλλοι με κακοποιητικό τρόπο.

Φυσικά, αξίζει να σημειωθεί ότι η θεωρία της προσκόλλησης δεν εξηγεί τα πάντα στις σχέσεις μας με τους άλλους, αλλά μας προσφέρει μια ιδέα για τις επιλογές των ερωτικών συντρόφων που κάνουμε στη ζωή, για τους λόγους για τους οποίους μια σχέση μπορεί να επιτύχει ή να αποτύχει, αλλά και για τη φύση των σχεσιακών προβλημάτων που εμφανίζονται κατά παρόμοιο τρόπο ξανά και ξανά στη ζωή μας. Επίσης, ο τύπος του συναισθηματικού δεσμού που αναπτύσσουμε με τους ερωτικούς συντρόφους, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις σχέσεις μας με τους γονείς, αλλά διαμορφώνεται και μέσα από την κοινωνική αλληλεπίδραση που είχαμε ως παιδιά και ως έφηβοι με τους συνομηλίκους.

 

Πως διαχειριζόμαστε συνήθως τα δυσάρεστα συναισθήματα;

Υπάρχουν πολλοί μη λειτουργικοί τρόποι για να διαχειριστούμε ως ενήλικες πλέον τον συναισθηματικό πόνο και το άγχος που μας προκαλεί η αναβίωση του άλυτου τραύματος της παιδικής ηλικίας. Για παράδειγμα, κάποιοι άνθρωποι παγώνουν τις συναισθηματικές τους ανάγκες για οικειότητα και σύνδεση με τους άλλους με σκοπό να αποφύγουν τη συνεχή απογοήτευση και δυσφορία που βιώνουν στις ερωτικές τους σχέσεις. Συχνά λοιπόν, αντικειμενοποιούν τον ερωτικό σύντροφο προκειμένου να καρπωθούν μόνο κάποια επιφανειακά οφέλη (π.χ. σεξουαλική απόλαυση) χωρίς να φοβούνται ότι θα πληρώσουν κάποιο συναισθηματικό κόστος μετά.

Ένας άλλος τρόπος μη λειτουργικής διαχείρισης των δικών μας αρνητικών συναισθημάτων, έχει να κάνει με την σεξιστική συμπεριφορά. Η αντίληψη ότι τα άτομα του αντίθετου φύλου είναι κατώτερα, ανήθικα ή κακά φανερώνει μια προσπάθεια επίλυσης του άγχους και της δυσφορίας που βιώνουμε όταν αισθανόμαστε ανεπαρκείς σε σύγκριση με τους άλλους.

Η χειριστική συμπεριφορά και τα «παιχνίδια» είναι ένας άλλος τρόπος διαχείρισης του ψυχικού πόνου και της θλίψης που προκαλούν οι ανεκπλήρωτες συναισθηματικές μας ανάγκες. Μέσω της απόκρυψης της πραγματικής ταυτότητας και των προθέσεών μας, προσπαθούμε να δείξουμε κάτι διαφορετικό από αυτό που είμαστε με σκοπό να μην έρθουμε ξανά αντιμέτωποι με μια κατάσταση που μας πλήγωσε στο παρελθόν.

Τέλος, η κενή περιεχομένου αλληλεπίδραση και επικοινωνία με έναν πιθανό ερωτικό σύντροφο μέσω της υπερβολικής χρήσης του χιούμορ, του σαρκασμού και των «πειραγμάτων», δείχνει ότι προσπαθούμε να νιώσουμε με τον άλλο κοντά και να τον γνωρίσουμε καλύτερα χωρίς όμως να έχουμε πραγματικά τη διάθεση να μοιραστούμε κάτι ουσιαστικό και σημαντικό μαζί του. Υπαινισσόμαστε με άλλα λόγια ότι υπάρχει συναισθηματική επαφή χωρίς να την επιδιώκουμε ενεργά, γνήσια και συνειδητά.

 

Πως μπορεί να μας βοηθήσει η ψυχοθεραπεία;

Το πρώτο βήμα για να αναγνωρίσουμε και να διαχειριστούμε με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα τα ξεχασμένα αρνητικά συναισθήματα που σχετίζονται με τις ανάγκες μας που δεν ικανοποιήθηκαν στην παιδική ή/και την εφηβική ηλικία, γίνεται συνήθως στο περιβάλλον της ψυχοθεραπείας. Για τους περισσότερους ανθρώπους που παίρνουν μια τέτοια απόφαση, η αρχική πρόκληση είναι να διαχωρίσουν τις σκέψεις από τα συναισθήματά τους και να παρατηρήσουν την μεταξύ τους αλληλεπίδραση. Η σταδιακή ψυχολογική εμβάθυνση και παρατήρηση του τρόπου με τον οποίο οι αρνητικές αξιολογικές κρίσεις για τον εαυτό συνδέονται με απαγορευμένα ή μη επιτρεπτά συναισθήματα, αποτελούν το επόμενο στάδιο της θεραπείας.

Παρόλο που η αναβίωση του άλυτου τραύματος μέσα στο ασφαλές και υποστηρικτικό θεραπευτικό πλαίσιο είναι σημαντική, δεν είναι καταλυτική για την επίλυσή του. Οι τραυματικές εμπειρίες εντυπώνονται στον εγκέφαλο με την ίδια δύναμη που εγγράφονται και οι καθημερινές μας συνήθειες. Συνεπώς, η συνειδητή και σταδιακή τροποποίηση της συναισθηματικής και συμπεριφορικής μας απόκρισης σε μια κατάσταση που μας δυσκολεύει, επιτυγχάνεται μόνο μέσα από την ανάληψη δράσης και τη δημιουργία νέων εμπειριών που αναιρούν τα συμπεράσματα των προηγούμενων.

Η συστηματική έκθεση και η βαθμιαία από-ευσθητοποίηση απέναντι σε καταστάσεις που μοιάζουν τρομακτικές, (όπως είναι η αποδοχή της εαυλωτότητάς μας απέναντι στον ερωτικό σύντροφο), απαιτούν χρόνο, αποφασιστικότητα και καλλιέργεια ψυχικής ανθεκτικότητας. Εφόσον όμως έχουμε μάθει να διοχετεύουμε τα αρνητικά μας συναισθήματα σε κάτι δημιουργικό και να δρούμε παρά την παρουσία τους, έχουμε τη δυνατότητα να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα που έχει να κάνει με την αυθεντική και ανοιχτή επικοινωνία των συναισθηματικών αναγκών στους ανθρώπους με τους οποίους συνδεόμαστε ερωτικά.

 

 

Γιατί είναι σημαντικό να βάζουμε όρια;

Το μεγαλύτερο εμπόδιο που θα συναντήσουμε σε αυτή την προσπάθεια όμως αποτελεί το ζήτημα της προσωπικής οριοθέτησης. Τα υγιή προσωπικά όρια σε μια σχέση αφορούν την ανάληψη της ευθύνης για όσα εμείς αισθανόμαστε ή πράττουμε και παράλληλα την παραίτηση από την ευθύνη για όσα αισθάνονται ή πράττουν οι άλλοι. Τα άτομα με ένα ελλιπές σύστημα προσωπικής οριοθέτησης, είτε αναλαμβάνουν σε υπερβολικό βαθμό την ευθύνη των πράξεων και των συναισθημάτων των άλλων, είτε περιμένουν από τους άλλους να αναλάβουν την ευθύνη για όσα αισθάνονται και κάνουν εκείνοι.

Η έλλειψη ορίων μαθαίνεται στο οικογενειακό περιβάλλον και στην συνέχεια μεταφέρεται και στις ερωτικές μας σχέσεις. Τα άτομα λοιπόν που κατηγορούν τους άλλους για όσα αισθάνονται και πράττουν, το κάνουν γιατί πιστεύουν ότι μεταθέτοντας αυτή την ευθύνη στο σύντροφό τους, θα λάβουν την αγάπη και την αποδοχή που πάντα ζητούσαν και χρειάζονταν από παιδιά. Αντίθετα, τα άτομα που αναλαμβάνουν την ευθύνη για τα συναισθήματα και τις πράξεις του συντρόφου τους, το κάνουν γιατί πιστεύουν ότι έτσι μπορούν να τον/ην αλλάξουν και με αυτόν τον τρόπο να λάβουν την εκτίμηση και την αναγνώριση που πάντα ήθελαν από τους γονείς. Αυτοί οι δύο τύποι ανθρώπων δημιουργούν τακτικά θυελλώδεις και εξαρτητικές σχέσεις μεταξύ τους μέσα στις οποίες δεν καλύπτονται ποτέ οι συναισθηματικές ανάγκες του ενός και του άλλου.

Και τις δύο περιπτώσεις έλλειψης ορίων, η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης, η συναισθηματική ενδυνάμωση και η καλλιέργεια της αυτονομίας είναι βασικοί στόχοι στη θεραπεία. Φυσικά, η απώλεια του μαθημένου τρόπου ζωής είναι μια δύσκολη και συχνά πένθιμη διαδικασία η οποία ξεκινά, όπως έλεγε ο Irvin Yalom, από την θέλησή μας να εγκαταλείψουμε την ελπίδα για ένα καλύτερο παρελθόν.

 

Υπάρχει αυθορμητισμός μέσα στην… οριοθέτηση;

Η μεγαλύτερη άρνηση που συναντώ από τους θεραπευόμενους μου όταν θίγω το ζήτημα των ορίων (και η οποία μπορεί να φαντάζει σαν ένα λογικό αντεπιχείρημα από πολλούς) είναι ότι όσο βάζουμε όρια στην σχέση μας με τον άλλο, τόσο δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να κάνει «θυσίες» για την αγάπη ή να φέρεται αυθόρμητα. Ωστόσο, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι θυσιάζουμε κάτι επειδή το θέλουμε συνειδητά και όχι επειδή αισθανόμαστε υποχρεωμένοι ή φοβισμένοι για τις συνέπειες που μπορεί να υποστούμε, αν δεν το κάνουμε. Είναι φυσικά δύσκολο να αποφασίσουμε αν κάνουμε κάτι για έναν άνθρωπο από υποχρέωση ή από γνήσια επιθυμία.

Την επόμενη φορά λοιπόν που θα βρεθούμε σε αυτό το δίλημμα, ας ρωτήσουμε τον εαυτό μας: Αν δεν κάνω αυτή τη θυσία, πως θα αλλάξει η σχέση μου με τον σύντροφό μου; Αν μια ενδεχόμενη αλλαγή που φαντάζεστε σας προκαλεί φόβο και εξαιτίας αυτού του συναισθήματος θυσιάζετε κάτι για τον σύντροφό σας, τότε ίσως να μην το κάνετε με ειλικρίνεια και αυθεντικότητα. Αντίθετα, αν παρά τις δυσάρεστες συνέπειες, πιστεύετε ότι το να μην κάνετε κάτι δεν θα αλλάξει ιδιαίτερα τον τρόπο που αισθάνεστε για τον εαυτό σας, τότε μάλλον οι προθέσεις σας είναι γνήσιες.

 

Συμπέρασμα

Η ικανοποίηση των συναισθηματικών μας αναγκών για αγάπη, αποδοχή, φροντίδα και συντροφικότητα μέσα από το ισότιμο και αμοιβαίο σχετίζεσθαι προϋποθέτει αυθεντικότητα, ειλικρίνεια και διάθεση για αποκάλυψη των πιο… ευάλωτων πλευρών μας απέναντι στον άλλο. Η αποδοχή τόσο των θετικών όσο και των αρνητικών πλευρών του χαρακτήρα μας, μάς επιτρέπει όχι μόνο να συνδεθούμε πιο βαθιά και γνήσια με ερωτικούς συντρόφους με τους οποίους μοιραζόμαστε τις ίδιες αξίες, αλλά και να δημιουργήσουμε ένα σταθερό «Εγώ» πριν προχωρήσουμε σε ένα αμοιβαία ικανοποιητικό «Εμείς».

 

 

Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter
για να διαβάζετε πρώτοι τα νέα μου άρθρα...